ΕΙΣΟΔΟΣ ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ.
Παντομίμα (η)ους. [<γαλλ. Pantomime <Ελλ. Παντόμιμος] Θεατρικό είδος όπου η σκηνική δράση εκφράζεται όχι με το λόγο αλλά με τη μιμική και την όρχηση //φρ. Παίζει παντομίμα, γι’ αυτόν που προσπαθεί να συνεννοηθεί με χειρονομίες χωρίς να μιλά.